εἴκοσιν


εἴκοσιν
двадцать

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "εἴκοσιν" в других словарях:

  • εἰκόσιν — ἔοικα as perf part act masc/neut dat pl εἰκός like truth perf part act masc/neut dat pl εἰκών likeness fem dat pl (epic ionic) εἰκών likeness fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἴκοσιν — εἴκοσι twenty nu̱movable indeclform (numeral) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεἴκοσιν — εἴκοσιν , εἴκοσι twenty nu̱movable indeclform (numeral) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εντός — (AM ἐντός) (επίρρ. και πρόθ.) 1. μέσα («τοὺς δὲ σκευοφόρους... ἐντὸς εἶχον οἱ ὁπλῑται», Θουκ.) 2. απ αυτή την πλευρά, εντεύθεν, από τη δική του μεριά («ἐντὸς Ἅλυος ποταμού», Θουκ.) 3. (για χρόνο) μέσα σ ένα ορισμένο χρονικό διάστημα («ἐντὸς… …   Dictionary of Greek

  • Katákolo — Κατάκολο Katákolo …   Wikipedia Español

  • Feiá — Φειᾷ Feiá Poblado de la Antigua Grecia Datos generales Ubicación …   Wikipedia Español

  • Hellenotamiai — Die Hellenotamiai (griechischer Plural Ἑλληνοταμίαι = Hellēnota míai, zusammengesetzt aus Ἕλληνο von Ἕλλην = Hellene, Grieche; ταμίαι Plural zu ταμίας = Verwalter, Zahlmeister) bildeten in der Antike ein Kollegium athenischer Beamter, das für die …   Deutsch Wikipedia

  • ARUNDINEAE Scaphae — memorantur Theophrasto, ubi de Indicis arundinibus circa Acesinem, quas adeo craslas et magnas esse ait, ὣςτε ἀκατίοις χρῆςθαι, ut vulgo lemborum vicem praestent. Quod ex Onesicrito Strabo confirmat. Hodieque scribunt, circa Gangem, harundines… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • MARGARITARII — apud Firmicum l. 8. Math. c. 16. dicuntur margaritarum piscatores, seu concharum margaritiferarum vestigatores, quinon sine ingenti periculo labore hôc defunguntur. Cum enim margaritae, ut Plin. l. 9. c. 35. ex eo Solinus c. 56. habent. plerumque …   Hofmann J. Lexicon universale

  • είκοσι — (AM εἴκοσι και προ φωνήεντος εἴκοσιν Α και επικ. ἐείκοσι και ἐείκοσιν) (απόλ. αριθμητ.) ποσότητα δύο δεκάδων νεοελλ. (ως ουσ. με άρθρο) 1. το είκοσι α) η γραφική παράσταση τού αριθμού β) οτιδήποτε έχει τον αριθμό είκοσι (π.χ. θέση, λαχνός,… …   Dictionary of Greek

  • είμαι — (AM εἰμί Α και αιολ. τ. ἐμμί Μ και εἶμαι) 1. υπάρχω, ζω («...ήταν ένας γέρος και μια γριά», «οὐκ ἐσθ οὗτος ἀνήρ οὐδ ἔσσεται» δεν υπάρχει ούτε πρόκειται να υπάρξει) 2. (για πράγματα) υπάρχω, βρίσκομαι) («δεν είναι στάρι φέτος», «ὁ παράδεισος αὐτὸς …   Dictionary of Greek